Friday, 9 August 2013

STS. BARSANUPHIUS AND JOHN-On Dreams, Demons, and Distractions

Q: Can the demons communicate anything good?  And how does one discover that it is demonic?  And what distinguishes it from something good from God?
A: To someone it might seem that he receives something good, but this is from the evil one for his deception.  For every good thing which comes from the devil for the deception of a man, being precisely examined, turns out to be unreal; for the devil is a liar, and there is no truth in him (John 8:44), as is shown by the consequences of that (false good).  His light ends in darkness, according to the Apostle’s word which speaks about diabolic heralds transformed into the servants of righteousness “whose end will be according to their deeds” (II Corinthians 11:15); and the Savior says: “From their fruit ye shall know them” (Matthew 7:16).  If you investigate with understanding and judgment, you will find in the false good (which comes) from the devil, there was not even a trace of good, but either vainglory, or disturbance, or something similar; but the good which comes from God always increases enlightenment and humility of heart and gives a man quietness.  But when, out of ignorance, we suffer in something from the deception of the evil one, and later we recognize in this a temptation, then let us call ourselves and hasten to Him Who is powerful to do away with this temptation.  One should know that to some the difference (between the good of the devil and that of God) is understandable from the very beginning; while to sinners, only at the end (of the temptation), just as a skilled master in gold work can take gold (in his hand) and tell before it is tested with fire of what sort it is, while an unskilled one does not find this out until it has been tested with fire.

-- Q: When I do something good, how should I humble my thoughts?  And how does one reproach oneself after doing something good?

A: For humility of thoughts, even though you might have performed all good deeds and kept all the commandments, remember Him Who said: “When you have done all this, say that we are unprofitable slaves, for we were obliged to do what we have done” (Luke 17:10) - and all the more when we have not even attained as yet to the fulfilling of a single commandment.  Thus one should always think and reproach oneself at every good deed and say to oneself: I do not know whether it is pleasing to God.  It is a great work to do according to God’s Will, and yet greater to fulfill the Will of God: this is the joining of all the commandments; for to do something according to God’s Will is a private matter and is less than fulfilling the Will of God.  Therefore the Apostle said: “Forgetting what is behind, and stretching forth to what is ahead” (Philemon 3:13).  And no matter how much he stretched out to what was ahead, he did not stop and always saw himself as insufficient, and he advanced; for he said: “whatever is perfect, think on this"(Philemon 3:15), that is, so as to advance.

-- Q: Tell me, Master, how can the devil dare in a vision or a fantasy during sleep to show the Master Christ or Holy Communion?

A: He cannot show the Master Christ Himself, nor Holy Communion, but he lies and presents the image of some man and simple bread; but the holy Cross he cannot show, for he does not find means of depicting it in another form.  Inasmuch as we know the true sign and image of the Cross, the devil does not dare to use it (for our deception); for on the Cross his power was destroyed, and by the Cross a fatal wound was given him.  The Master Christ we cannot recognize by the flesh, which is why the devil tries to convince us by lying that it is He, so that having believed the deception as if it were truth, we might perish.  And thus, when you see in a dream the image of the Cross, know that this dream is true and from God; but strive to receive an interpretation of its significance from the Saints, and do not believe your own idea.  May the lord enlighten the thoughts of your mind, O brother, so that you might escape every deception of the enemy.

-- Q: A thought says to me: “If the holy Cross appears to you, you, being unworthy of this, will fall into high-mindedness.”  This thoughts brings fear and terror upon me.

A: Do not be disturbed about this, because, if the holy Cross will truly appear to you, it will abolish the pride of high-mindedness: where God is, there is no place for evil.

-- Q: I have heard that if one and the same dream appears to someone three times, one should recognize it as true; is this so, my Father?

A: No, this is wrong; such a dream also one need not believe.  He who has appeared once to anyone falsely can do this three times and more.  Watch, lest you be put to shame (by the demons), but pay heed to yourself, brother.

-- Q: If, during the time of psalm-singing, or prayer, or reading, a bad thought comes, should one pay attention to it and leave off (for a while) the psalm-singing, prayer, or reading in order to oppose it with pure thoughts?

A: Disdain it and enter more carefully into the psalm-singing, prayer, or reading, so as to gain strength from the words you pronounce.  But if we shall begin to be occupied with hostile thoughts, we will never be in a condition to do anything good, heeding what the enemy instils.  But when you see that his cunning fabrications hinder psalm-singing, prayer, or reading, even then do not enter into dispute with them, because this matter is beyond your strength; but strive to call on the Name of God, and God will help you and do away with the cunning of the enemies, for His is the power and the glory unto the ages.  Amen.  

from “Saints Barsanuphius and John: Guidance Toward Spiritual Life,” trans. by Fr. Seraphim Rose, (Platina, California: St. Herman of Alaska Brotherhood, 1990), pp. 98 - 106 (selections).

Ιερόθεος Βλάχος, αρχιμ.: Τα θαύματα

Πολλοί άγιοι έχουν το θαυματουργικό χάρισμα. Και σήμερα ακόμη γίνονται θαύματα. Θεραπεύονται άνθρωποι από σωματικές ασθένειες με τις πρεσβείες διαφόρων αγίων. Σύγχρονος άγιος πού επιτελεί πολλά θαύματα είναι ο άγιος Νεκτάριος ο θαυματουργός όπως λέγεται.

Πολλοί Χριστιανοί επισκέπτονται τέτοιους αγίους για να θεραπευθούν από τις βασανιστικές ασθένειες που έχουν. Επειδή πολλοί αναζητούν την πραγματοποίηση των θαυμάτων, γι' αυτό αισθάνομαι την ανάγκη να χαράξω τις ακόλουθες γραμμές. Πρώτα-πρώτα τα θαύματα δεν είναι η άρση των φυσικών νόμων, όπως λέμε συνήθως, αλλά είναι η ενέργεια του Θεού που θέλει εκείνη την ώρα έτσι να ενεργεί.

Είναι σαφής διδασκαλία της Εκκλησίας ότι στην φύση δεν υπάρχουν οι λεγόμενοι φυσικοί νόμοι, αλλά οι άκτιστοι λόγοι. Ο Θεός, όπως δημιούργησε τον κόσμο εκ του μηδενός, έτσι τον διευθύνει χωρίς κτιστούς νόμους. Με την δημιουργία του κόσμου ο Θεός δεν έθεσε μερικούς νόμους, εγκαταλείποντας τον κόσμο, αλλά τον διευθύνει προσωπικά με την κυβερνητική και προνοητική Του ενέργεια.

Όπου παρατηρείται μια σταθερότητα ενεργειών, δεν οφείλεται στο ότι υπάρχουν διάφοροι νόμοι, αλλά στην πιστότητα της θείας ενέργειας. Ο Θεός έτσι θέλει να ενεργεί πάντοτε. Γι' αυτό το θαύμα δεν είναι η άρση των λεγομένων φυσικών νόμων, αλλά αποτέλεσμα της ακτίστου Χάριτος του Θεού. Έπειτα, το βασικότερο έργο του Χριστού στον κόσμο δεν ήταν τα θαύματα.

Ο Χριστός δεν ήρθε για να κάνει θαύματα, αλλά έκανε θαύματα για να δείξει στους ανθρώπους ότι ήλθε ο Μεσσίας. Γι' αυτόν τον λόγο τα θαύματα λέγονται σημεία. Είναι, δηλαδή, σημεία της ελεύσεως του Χριστού. και μάλιστα, όπως λέγουν οι άγιοι Πατέρες, τα θαύματα δεν είναι για τους πιστούς, αλλά για τους απίστους. Οι πιστοί δεν χρειάζονται σημεία για να πιστεύσουν στον Θεό. Η πίστη τους στον Θεό είναι εκ θεωρίας, δηλαδή είναι καρπός του φωτισμού του νου και της θέας του Θεού.

Οι άπιστοι, μερικές φορές και οι δύσπιστοι, χρειάζονται θαύματα για να μπορέσουν να αισθανθούν την παρουσία του Θεού. Το ότι τα θαύματα είναι τα δευτερεύοντα στην αποστολή και στην ενανθρώπηση του Χριστού φαίνεται από την θεία Ευχαριστία. Ο Νικόλαος Καβάσιλας λέγει ότι στην θεία Ευχαριστία δεν ενθυμούμαστε τα θαύματα που έκανε ο Χριστός, αλλά αναμιμνησκόμεθα «του σταυρού, του τάφου, της τριημέρου αναστάσεως, της εις ουρανούς αναβάσεως».

Ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο ενθυμούμαστε τα Πάθη του Χριστού και όχι τα θαύματά Του; Ακριβώς γιατί τα Πάθη είναι αναγκαιότερα από τα θαύματα του Χριστού. Τα Πάθη του Χριστού είναι «ποιητικά της σωτηρίας ημών», γιατί χωρίς αυτά δεν θα υπήρχε η ανάσταση, ενώ τα θαύματα είναι «αποδεικτικά μόνον». Οι άγιοι που κάνουν θαύματα έχουν ειδικό χάρισμα από τον Θεό, το λεγόμενο θαυματουργικό χάρισμα.

Δεν είναι, δηλαδή, απλώς ενέργεια ανθρώπινη, αλλά ενέργεια του Θεού. Και ο Θεός δεν δίνει στον κάθε άνθρωπο και στον κάθε άγιο το χάρισμα της θαυματουργίας, αλλά σε εκείνον που διαθέτει την κατά φύσιν φιλανθρωπία. Το ίδιο γίνεται για όλα τα χαρίσματα. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής διδάσκει ότι ο Θεός δίνει τα χαρίσματα ανάλογα με την κατάσταση του ανθρώπου. Για να δώσει ένα χάρισμα ο Θεός πρέπει να υπάρχει δεκτικό όργανο.

Για το χάρισμα της σοφίας απαιτείται η δεκτικότητα του νοός. Για το χάρισμα της γνώσεως χρειάζεται να υπάρχει η δεκτικότητα του λόγου. Για το χάρισμα τών ιαμάτων είναι αναγκαία η κατά φύσιν φιλανθρωπία. Όποιος αποκτά την ανιδιοτελή αγάπη και με αυτόν τον τρόπο αγαπά πολύ τον Θεό και τον άνθρωπο και συμπάσχει για όλη την κτίση, λαμβάνει από τον Θεό το χάρισμα των ιαμάτων. Αυτή η τοποθέτηση μας φανερώνει ότι υπάρχουν πολλά χαρίσματα.

Το ιαματικό χάρισμα δεν είναι το μοναδικό. Εμείς, βέβαια, δίνουμε μεγάλη σημασία σ' αυτό. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος διδάσκει ότι μερικοί μακαρίζουν περισσότερο από όλα το θαυματουργικό χάρισμα που μπορεί κανείς να το εξακριβώσει εύκολα. Οι άνθρωποι όμως αυτοί αγνοούν «ότι πολλά εισίν υπέρτερα τούτου και απόκρυφα». Υπάρχουν και μεγαλύτερα χαρίσματα από αυτό. Θα αναφέρω τρία τέτοια χαρίσματα που είναι μεγαλύτερα από το θαυματουργικό χάρισμα.

Το πρώτο είναι το χάρισμα της μετανοίας, όταν, δηλαδή, κανείς με την Χάρη του Θεού και την δική του προσπάθεια μπορέσει να δει την εσωτερική του κατάσταση και να αποκτήσει αυτογνωσία. Λέγει ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος ότι εκείνος που αξιώθηκε να δει τον εαυτό του και να εννοήσει την πνευματική του φτώχεια είναι μεγαλύτερος από εκείνον που αξιώθηκε να αναστήσει νεκρούς ή να δει τους αγγέλους.

Το δεύτερο μεγάλο χάρισμα είναι το χάρισμα της ανιδιοτελούς αγάπης. Υπάρχει ιδιοτελής και υπάρχει ανιδιοτελής αγάπη. Αυτό μπορούμε να το δούμε στην προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Στην Εκκλησία της Κορίνθου υπήρχε διαμάχη σχετικά με το ποιος έχει το μεγαλύτερο χάρισμα. Υπήρχε μια τάση να εξυμνείται και να επαινείται το χάρισμα της γλωσσολαλιάς. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «ζηλούτε δε τα χαρίσματα τα κρείττονα» (Α' Κορ. ιβ', 31).

Και στην συνέχεια ομιλεί για την αγάπη, γιατί εκείνος που ομιλεί τις γλώσσες των αγγέλων και των ανθρώπων ή γνωρίζει όλα τα μυστήρια τα πνευματικά, αλλά δεν έχει αγάπη δεν αξίζει τίποτε, είναι «χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον» (Α' Κορ. ιγ', 1). Το τρίτο μεγάλο χάρισμα είναι το χάρισμα της θεολογίας. Ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής διδάσκει ότι τίποτε δεν κινεί την ψυχή του ανθρώπου τόσο πολύ προς τον Θεό και τίποτε δεν φλέγει την καρδιά του ανθρώπου προς τον Θεό, όπως το χάρισμα της θεολογίας.

Φυσικά, όταν μιλάει για χάρισμα θεολογικό, δεν εννοεί την ανθρώπινη γνώση της θεολογίας, δεν εννοεί το πτυχίο μιας θεολογικής σχολής, αλλά την θεωρία του Θεού. Θεολόγος είναι εκείνος που είδε τον Θεό και, επομένως, μπορεί να μιλήσει γι' Αυτόν. Και αφού είδε τον Θεό γνωρίζει σαφώς την διαφορά μεταξύ κτιστών και ακτίστων ενεργειών και, άρα, μπορεί αποτελεσματικά να καθοδηγήσει άλλους ανθρώπους.

Έτσι υπάρχουν μερικοί που δεν έχουν το χάρισμα των ιαμάτων, αλλά, επειδή έχουν το χάρισμα της θεολογίας, με έναν θεολογικό λόγο θεραπεύουν την ψυχή του ανθρώπου. Και όταν η ψυχή θεραπευθεί, τότε θεραπεύονται και πολλές σωματικές ασθένειες. Αυτός, λοιπόν, που έχει το χάρισμα της θεολογίας και είναι ορθόδοξος πνευματικός πατέρας, χωρίς να γίνεται αντιληπτό, επιτελεί και σωματικά θαύματα. Η ψυχή θεραπευομένη βοηθά και το σώμα. 

Το θέμα των θαυμάτων δεν εξαντλείται με τις σκέψεις αυτές. Απλώς τονίσθηκαν μερικές πλευρές που πρέπει να έχουμε υπ' όψη μας. Γι' αυτό εμείς από τους αγίους και τον Χριστό πρέπει να ζητούμε να μας δώσουν τα μεγαλύτερα χαρίσματα, δηλαδή το χάρισμα της μετανοίας, το χάρισμα της αγάπης και το χάρισμα τής θεολογίας. Με αυτόν τον τρόπο θα αλλάξει η ζωή μας και θα γίνουμε ένα θαύμα. Δεν θα δούμε θαύματα, αλλά θα γίνουμε θαύμα. Υπάρχει μεγαλύτερο θαύμα από το να γίνει ο άνθρωπος κατά Χάριν Θεός; Υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη υπάρξεως του Θεού από το να αναγεννηθούμε και από ακάθαρτοι να γίνουμε φωτισμένοι, δηλαδή, να αποκτήσουμε τον φωτισμό του νου; 

Δεκέμβριος 1987
πηγή: αρχιμ. Ιεροθέου Βλάχου, Το πολίτευμα του Σταυρού, εκδ. Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας), 1992

“Η των απελπισμένων μόνη ελπίς..”

Γράφει ο Μοναχός Μωυσής ο Αγιορείτης

“Θεοτόκος! Η Παναγία είναι η μόνη ελπίδα. Δεν υπάρχει άλλη για τους πολλούς απελπισμένους. Μονάκριβη μάνα. Είχε απελπιστεί από τις ικανότητες της. Δεν στεκόταν στα δεκανίκια των λόγων των άλλων. Στηριζόταν στον σταυρό του Υιού της. Ο πόνος την ομόρφαινε πιο πολύ. Στον κίνδυνο βρήκε τη λύτρωση. Επέλεξε τη σιωπή. Κυνηγήθηκε. Αγάπησε τα δύσκολα. Άντεξε στον πόνο. Άντεξε και στην ευτυχία των μαθητών του Υιού της, δίχως λάθη στις εξετάσεις. Ήξερε ν’ αναμένει.

Έπαθε λοιπόν κι έμαθε. Κέρδισε κι έχει να δώσει. Ό,τι έχει είναι δικό μας. Ο πλούτος ακένωτος, ζωοδόχος πηγή, ζωηφόρος αγάπη, επιτάφιος της απόγνωσης. Να μη την καταδέχονται και νάναι τόσο καταδεκτική. Η έκφραση της μια μεγάλη σιωπή, εύλαλη. Σκουπιδοντενεκέδες περιττών λόγων καθημερινά στις εξώθυρες, γεμάτοι οι λάκκοι. Το πέμπτο ευαγγέλιο της Παναγίας είναι όλο λευκές σελίδες, είναι γραμμένο από θωπευτική σιωπή, από μελάνι παραμυθίας. Είναι μια ανοιχτή αγκαλιά, μια σεμνή παρουσία, ένα μαντήλι, ένα ρόδο, ένα κουκί θυμίαμα στο λιβανιστήρι της γιαγιάς, μια αχτίδα ήλιου στην κλειστή κάμαρη, η μόνη γυναικεία μορφή στο κελλί του ασκητή, η διακόνισσα του Άθω, η αρχόντισσα του Πρωτάτου, η θαυματουργός Γερόντισσα.

Η Παναγία, η θάλασσα του Πεντζίκη, το λιμάνι της σωτηρίας, το μαφόρι της σκέπαστρο παρηγοριάς, η αρετή της τροφή μας, όλων των πεινασμένων, των φτωχών άφωτων, η φίλη των αθώων, των μαυρισμένων στο δάκρυ πονεμένων γιάτρισσα, ο ήλιος του χιονιού μας.

Η Παναγία δεν είναι διόλου δυσνόητη, δεν είναι σύμβολο, δεν είναι ούτε γριά ούτε παιδούλα, ξέρει
πόσο αισιόδοξη να είναι, ν’ απομακρύνεται ξέρει από το προσκήνιο, εκεί που δεν θέλουν να την επικαλούνται. Δεν θέλει να δυσκολεύει κανένα, ούτε με την αγάπη της. Όσοι επέλεξαν τη χαζομάρα τους αφήνει να φάνε τα μούτρα τους.

Επιτέλους ας νοιώσουμε πως η μοναξιά μας πρέπει να μάθει να στρώνει μόνη τραπέζι. Δεν γίνεται συνέχεια να ξεγλυστράμε και να θέλουμε κι έτοιμο φαγητό και στρωμένο τραπέζι κι άμισθο και χαμογελαστό υποτακτικό. Καλούμεθα νάμαστε ευγνώμονες μ’ αυτό που μας δόθηκε, η ανδρεία να μας στολίσει, η ωραιότητα της παιδικής αγνότητας να καλύψει τη γύμνια μας, σε μια εποχή που η κακομοιριά δέρνει τους καλλιτέχνες, τους επιστήμονες και μερικούς ακόμη ιερείς.

Ευχαριστώ, Παναγία μου, για τον ενθουσιασμό που μου δίνεις απόψε, που είμαι απελπισμένος και η ελπίδα μου είσαι Εσύ. Ας αφήσουμε λίγο και τους άλλους, ας δούμε και το σκαρί μας, δεν είναι εγωιστικό, είναι απαραίτητο.

Ελπίδα στο μέλλον, απελπισία καλή στο παρελθόν, χαρά στο νυν, μακαριότητα στο αεί. Πάντα η θυσία, θυσιάζεται ο Υιός στον Σταυρό. θυσιάζεται η μητέρα του στην αγκαλιά του άφατου πόνου. Ο πόνος με πόνο νικιέται. Η αγάπη κερδίζεται με πόλεμο. Πότε θα μας διδάξει κι εμάς η αγία Παράδοση;

Μονάκριβη ελπίδα του κόσμου Υπεραγία Θεοτόκε”.

** Από το βιβλίο του «Αθωνικό Απόδειπνο», εκδόσεις Αρμός



You dream of a hermitage. But you already have your hermitage, here and now! Sit still, and call out: "Lord have mercy!" When you are isolated from the rest of the world, how will you fulfill the will of God? Simply by preserving within yourself the right inner state. And what is this? It is a state of unceasing remembrance of God in fear and piety, together with the remembrance of death. The habit of walking before God and keeping Him in remembrance -- such is the air we breathe in the spiritual life. Created as we are in the image of God, this habit should exist in our spirit naturally: if it is absent, that is because we have fallen away from God. As a result of this fall, we have to fight to acquire the habit of walking before God. Our ascetic struggle consists essentially in the effort to stand consciously before the face of the ever- present God; but there are also various secondary activities, which likewise form part of the spiritual life. Here too, there is work to be done, in order to direct these activities to their true aim. Reading, meditation, prayer, all our occupations and contacts, must be conducted in such a way as not to blot out or disturb the remembrance of God. The seat of our consciousness and attention must also be concentrated on this remembrance of God.
The mind is in the head, and intellectuals live always in the head. They live in the head and suffer from unceasing turbulence of thoughts. This turbulence does not allow the attention to settle on any one thing. Neither can the mind, when it is in the head, dwell constantly on the one thought of God. All the time it keeps running away. For this reason, those who want to establish the one thought of God within themselves, are advised to leave the head and descend with their mind into their heart, and to stand there with ever present attention. Only then, when the mind is united with the heart, is it possible to expect success in the remembrance of God.

This, then, is the aim which you should now set before yourself, and towards which you should begin to advance. Do not think that this task is beyond your strength; but also do not think that it is so easy that you have only to wish it, and it will be immediately accomplished. The first step in attracting the mind to the heart is essentially to be moved with sympathy, entering with your feelings into the meaning of the prayers which you read or hear; for it is the feelings of the heart which usually dominate the mind. If you take this first step as you should, these feelings will change according to the content of the prayers. But besides this first kind of feelings there are others, far stronger and more overwhelming -- feelings which take captive both our consciousness and heart, enchaining the soul and giving it no freedom to continue reading, claiming its attention wholly for themselves. These are special feelings; and as soon as they are born, the soul too gives birth to prayers which are their very progeny. You must never interrupt these special feelings and prayers which are born in the heart - - do not, for instance, go on reading, but stop at once -- for you must leave them freedom to pour out until they are exhausted and emotion returns to the level of the more usual feelings during prayer. This second form of prayer is more powerful than the first, and sends the mind down into the heart more quickly. But it can only act after the first form, or together with it.

From The Art of Prayer: An Orthodox Anthology, by Igumen Chariton of Valamo, trans. By E. Kadloubovsky and E. M. Palmer, (London: Faber and Faber, 1966), pp. 185 - 186


Πριν μερικά χρόνια σε ένα χωριουδάκι σκαρφαλωμένο στα 1.300 μέτρα, ζούσε ο Πέτρος με τη μητέρα του. Ήταν φτωχός κι ορφανός,κι έτσι έπρεπε να βοηθάει όσο μπορούσε για να ζήσουν. Το καλοκαίρι κάθε πρωί ανέβαζε τις κατσίκες του χωριού ψηλά στα όμορφα δροσερά λιβάδια να βοσκήσουν.
Εκεί πάνω χαιρόνταν ξένιαστα τη φύση και είχε μάθει να αγαπάει περισσότερο τον Θεό που τη δημιούργησε. Πόσο όμορφα τα είχε κάνει όλα, τα πανύψηλα έλατα και τα πολύχρωμα αγριολούλουδα. Το χειμώνα όταν το χιόνι σκέπαζε τα σπίτια και τις πλαγιές και τα ζώα έμεναν μέσα, ο Πέτρος έβρισκε τον καιρό να πάει στο σχολείο.Αγαπούσε τα γράμματα και διάβαζε πολύ για να φτάσει τα άλλα παιδιά.
Ήταν υπάκουος κι ευγενικός με όλους και οι δάσκαλοι του φερόντουσαν με καλοσύνη. Μία μέρα,στο σχολείο του μικρού χωριού έφτασε ο επιθεωρητής. Μπήκε στην τάξη του Πέτρου. Ζήτησε από τα παιδιά να κάνουν ανάγνωση,τους ρώτησε ιστορία και αριθμητική και τέλος έφτασε και στα θρησκευτικά.
-Ποιός ξέρει να μου πει,παιδιά την πέμπτη εντολή;
Σώπασαν τα παιδιά αλληλοκοιτάχτηκαν και κατέβασαν το κεφάλι. Δειλά ο Πέτρος σήκωσε το χέρι του.
-Κύριε,εγώ δεν ξέρω να πω την πέμτη εντολή όπως είναι γραμμένη, αλλά μπορώ να την πω όπως την καταλαβαίνω.
-Πες την όπως μπορείς,τον ενθάρρυνε ο επιθεωρητής.
-Μια φορά,άρχισε ο Πέτρος,είχαν έρθει στο χωριό δύο ξένοι ορειβάτες.
Ήθελαν να ανέβουν σε μία δύσκολη κορυφή, αλλά δεν ήξεραν το δρόμο.
Ζήτησαν λοιπόν κάποιον οδηγό και τότε εγώ,επειδή ξέρω εκείνα τα μονοπάτια, προθυμοποιήθηκα να τους πάω.Όταν φτάσαμε στην κορυφή οι ξένοι πρόσεξαν πως τα πόδια μου ήσαν πληγωμένα.
-Γιατί μικρέ δεν φοράς παπούτσια;με ρώτησαν.
-Δεν έχω παπούτσια,κύριε,είμαστε φτωχοί.
Οι ξένοι τότε μου έδωσαν αρκετά χρήματα για να πάρω παπούτσια. Αλλά εγώ,επειδή ήξερα ότι η μητέρα μου δεν είχε παπούτσια,αγόρασα για εκείνη και όχι για μένα.
Συγκινημένος ο επιθεωρητής είπε:
-Μπράβο παιδί μου,έτσι θέλει ο Θεός να εφαρμόζουμε την πέμπτη εντολή. Τίμα τον πατέρα σου και τη μητέρα σου,για να ευτυχήσεις και να ζήσεις πολλά χρόνια πάνω στη γη.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...